Φύλλο εργασίας για διακειμενικότητα


Πρότυπο ΓΕΛ Βαρβακείου Σχολής
Φύλλο εργασίας στη Λογοτεχνία Β΄ Λυκείου

ΟΜΑΔΑ 1η
Τεύκρος:
Το κάστρο ετούτο ποιος εξουσιάζει;
Γιατί, από τις στοές και τους ωραίους
θριγκούς  που το κυκλώνουν, για παλάτι
άρχοντα πλούσιου μπορείς να το νομίσεις.
Άα!

Θεοί, ποιαν όψη αντίκρισα; Κοιτάζω
την πολυμίσητη θωριά κακούργας
γυναίκας, που ξεκλήρισε κι εμένα
κι όλους τους Αχαιούς. Άμποτε να ’χεις
την έχθρα των θεών που τόσο μοιάζεις
με την Ελένη. 
Κι αν σε ξένη χώρα
δε βρισκόμουν,  με τούτη τη σαΐτα
που αλάθευτα χτυπά θ’ αφανιζόσουν,
για να γευτείς αυτή τη χάρη, αφού είσαι
παρόμοια με του Δία τη θυγατέρα.
Ελένη:
Γιατί, δυστυχισμένε, όποιος και να ’σαι, μ’ αποστράφηκες έτσι και μου δείχνεις
μίσος για τα δεινά που ’φερε κείνη;
- Έσφαλα· η οργή με συνεπήρε
  πιότερο απ’ όσο θα ’ πρεπε · η Ελλάδα
  βαθιά μισεί, να ξέρεις, την Ελένη·
  συχώρα με, κυρά, γι’ αυτά τα λόγια.
- Ποιος είσαι και από ποια χώρα εδώ       φτάνεις;
- Ένας από τους Έλληνες τους δόλιους.
- Γι’ αυτό λοιπόν δε στέργεις την Ελένη.
  Ποιος είσαι κι από πού; Ποιος ο γονιός σου;
- Με λένε Τεύκρο, γιος του Τελαμώνα,
  και Σαλαμίνα η γη που μ’ έχει θρέψει.
-Στον τόπο εδώ του Νείλου τι γυρεύεις;
-Με διώξαν οι δικοί μου απ’ την πατρίδα.
-Θα’ σαι δυστυχισμένος· ποιος σε διώχνει;
-Ποιος άλλος; Ο πατέρας Τελαμώνας.
-Γιατί; Κάποιο κακό θα ’ναι η αιτία.
-Στην Τροία εχάθη ο Αίας, ο αδελφός μου.
-Ρίχτηκε στο σπαθί του κι εσκοτώθη.
Στίχοι 83-113 (από μετάφραση), Ελένη του Ευρυπίδη
Δραστηριότητα: Να διαβάσετε στο σχολικό βιβλίο της Λογοτεχνίας το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Ελένη» και να βρείτε ομοιότητες με το παραπάνω απόσπασμα από την «Ελένη» του Ευρυπίδη.










ΟΜΑΔΑ 2η
Ποίημα 1
Το σιδερένιο τώρα πια σπαθί έχει κάνει
Αυτό που όφειλε να κάνει: εκδικήθηκε.
τα τρομερά δοξάρια, των εχθρών τα κράνη
στο αίμα βάφτηκαν που άφθονο χύθηκε.

Ο Οδυσσέας, σε πείσμα των κυμάτων
ενός θεού κι ενάντια στη δίψα των τεράτων,
κόντρα στον Άρη και τη φοβερή οργή του,
ξαναβρήκε τη γυναίκα και τη γη του.
Τώρα, επιτέλους, απάνεμος λιμένας
για την περίφημη βασίλισσα είν’ ο ώμος
του βασιλιά της. Πού να βρίσκεται όμως
 κείνος που εξόριστος τριγύρναγε τα πέρατα
παλεύοντας να εξηγεί σημεία και τέρατα
και λέγοντας πως τ’ όνομά του είναι Κανένας;

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Οδύσσεια, Εικοστή Τρίτη Ραψωδία

Κείμενο 2
Αληθινή Ιστορία (απόσπασμα) απόδοση Δ. Καλοκύρης, Αίολος, 2006.
Έμεινα κι εκείνο το βράδυ [στο νησί των Μακάρων] και την άλλη μέρα μπάρκαρα. Οι ήρωες ήλθαν να μας κατευοδώσουν κι ο Οδυσσέας με πλησίασε κρυφά από την Πηνελόπη και μου’ δωσε ένα γράμμα να το πάω στην Καλυψώ, στο νησί Ωγυγία. […] Τρεις μέρες ταξιδεύαμε ώσπου φτάσαμε στην Ωγυγία και πλευρίσαμε. Στο μεταξύ εγώ είχα ανοίξει το γράμμα και το διάβασα. Έλεγε:
«Γεια σου Καλυψώ, ο Οδυσσέας είμαι. Όταν έφυγα από το νησί σου μ’ εκείνη τη σχεδία που είχα φτιάξει, ναυάγησα και μόλις που πρόλαβε να με γλιτώσει η Λευκοθέα και να φτάσω στη χώρα των Φαιάκων, που μ’ έστειλαν στον τόπο μου, όπου βρήκα ένα σωρό μνηστήρες της γυναίκας μου να γλεντοκοπάνε τα υπάρχοντά μου. Τους σκότωσα όλους, έπειτα όμως με σκότωσε κι εμένα ο Τηλέγονος, γιος μου από την Κίρκη, και τώρα βρίσκομαι στο νησί των Μακάρων και χτυπάω το κεφάλι μου που σ’ άφησα κι έφυγα αντί να κάτσω και να γίνω αθάνατος, όπως μου έλεγες. Λοιπόν, έτσι και βρω ευκαιρία, θα το σκάσω και θα’ ρθω κοντά σου».
Αυτό ήταν το γράμμα. Της έλεγε ακόμα να μας φιλοξενήσει. Προχωρώντας βρήκα κοντά στην ακρογιαλιά τη σπηλιά, έτσι ακριβώς όπως την περιγράφει ο Όμηρος, και την Καλυψώ να γνέθει. Μόλις πήρε το γράμμα και το διάβασε, έκλαψε πρώτα κάμποσο κι ύστερα μας  προσκάλεσε να μας περιποιηθεί. Έστρωσε πλούσιο τραπέζι και όλο ρωτούσε για τον Οδυσσέα και για την Πηνελόπη –πώς είναι από εμφάνιση και αν είναι έτσι μυαλωμένη όπως περηφανευόταν άλλοτε γι’ αυτήν ο Οδυσσέας. Εμείς, πάλι, της δίναμε τις απαντήσεις που νομίζαμε πως θα την ευχαριστούσαν.
Λουκιανός ο Σαμοστατεύς (2ος αιώνας μ.χ.). Εξελληνισμένος Σύρος ρητοροδιδάσκαλος

Δραστηριότητα: Να διαβάσετε τα παραπάνω κείμενα σε συνδυασμό με το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Πάνω σε έναν ξένο στίχο» που βρίσκετε στο διδακτικό βιβλίο της Λογοτεχνίας Β΄ Λυκείου. Στη συνέχεια να εντοπίσετε ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στα κείμενα. Ποιο από τα τρια φαίνεται ότι ξεφεύγει από την ομηρική παράδοση, όπως την έχουμε διδαχθεί στην Οδύσσεια;
















ΟΜΑΔΑ 3η
Ποίημα
ΚΛΩΝΤ ΜΑΚ ΚΕΪ
Αν πρέπει να πεθάνουμε
Αν πρέπει να πεθάνουμε,
ας μην πεθάνουμε κυνηγημένοι
και μαντρωμένοι
σ’ άδοξο μέρος σαν γουρούνια
κι ως θα γαβγίζουν γύρω μας
χλευάζοντας την καταραμένη μοίρα μας
άγριοι και πεινασμένοι σκύλοι.
Αν πρέπει να πεθάνουμε,
ω ας πεθάνουμε περήφανα
έτσι που το ακριβό μας αίμα
χαμένο να μην πάει.
Τότε ως και τα τέρατα που αψηφούμε
θ’ αναγκαστούνε,
αν και νεκρούς,
να μας τιμούνε!
Έχουμε, αδέρφια, αντιμέτωπο
τον ίδιο οχτρό!
Κι αν σε αριθμό μας ξεπερνούνε
γενναίοι ας φανούμε
κι ας δώσουμε στα χίλια τους χτυπήματα ένα θανατηφόρο χτύπημα!
Τι κι αν μπροστά μας κείτεται
ανοιχτός ο τάφος;
Σαν άντρες θ’ αντικρίσουμε
τη συμμορία των άναντρων φονιάδων,
στητοί στον τοίχο,
πεθαίνοντας
μα αντιπολεμώντας.

Νέγρικα και άλλα ποιήματα, απόδοση Αντώνης Μαρτάλης, Βιβλιοφιλία, Αθήνα 1991

Δραστηριότητα: Να διαβάσετε το παραπάνω ποίημα παράλληλα με το απόσπασμα του μυθιστορήματος του Η. Βενέζη «Νούμερο 31328» που βρίσκεται στο διδακτικό βιβλίο της Λογοτεχνίας Β΄ Λυκείου και να εντοπίσετε ομοιότητες εστιάζοντας στο διακειμενικό στοιχείο της αγωνιστικότητας.




ΟΜΑΔΑ 4η
Ποίημα 1
Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.
Κοντά σου είνε η γαλήνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
Ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.
Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά
κ’ αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.
Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι’ ανύποπτα περνά μέσ’ στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι’ όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.
Μ. Πολυδούρη

Ποίημα 2
Madona mia

 Ανάλαφρη, απαλή σαν πεταλούδα,
σαν της δροσιάς το στάλαγμα στα κρίνα,
σα μια πνοή που αγγίζει σε βελούδα,
σαν της αυγής την πρώτη χρυσακτίνα,
ήρθες αργά, όπως στην εκκλησία
θα 'μπαινεν η θλιμμένη Παναγία,
ανάλαφρο ένα στέναγμα στα χείλη,
σαν μυστική σκιά μέσα στο δείλι.
Ήρθες... κι εγώ τον ερχομό σου νιώθω
σαν κάτι που δεν φτάνω με τον πόθο,
σαν αποκάλυψη αγνώστου κόσμου,
που άστραψεν άξαφνα μπροστά στο φως μου!

Ρώμος Φιλύρας (Γιάγκος Β. Οικονομόπουλος 1898-1942)

Δραστηριότητα: Βρείτε ομοιότητες ανάμεσα στα παραπάνω ποιήματα και στο ποίημα «Μαρίνα των Βράχων» του Ο. Ελύτη στο διδακτικό βιβλίο της Λογοτεχνίας Β΄ Λυκείου.
ΟΜΑΔΑ 5η
Όταν μπήκε στο καφενείο, κείνο το απόγευμα, ήτανε νωρίς ακόμα. Κάθισε σ' ένα τραπέζι, πίσω από το μεγάλο τζάμι που έβλεπε στη λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.
Σε άλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιά ή συζητούσανε.
Ήρθε ο καφές. Άναψε τσιγάρο, ήπιε δυο γουλιές, κι άνοιξε την απογευματινή εφημερίδα.
Καινούριες μάχες είχαν αρχίσει στην Ινδοκίνα. «Αι απώλειαι εκατέρωθεν υπήρξαν βαρύταται», έλεγε το τηλεγράφημα.
Ένα ακόμα ιαπωνικό αλιευτικό που γύρισε με ραδιενέργεια.
«Η σκιά του νέου παγκοσμίου πολέμου απλώνεται  στον κόσμο μας», ήταν ο τίτλος μιας άλλης είδησης.
Ύστερα διάβασε άλλα πράγματα: το έλλειμμα του προϋπολογισμού, προαγωγές εκπαιδευτικών, μια απαγωγή, ένα βιασμό, τρεις αυτοκτονίες. Oι δυο, για οικονομικούς λόγους. Δυο νέοι, 30 και 32 χρονών. O πρώτος άνοιξε το γκάζι, ο δεύτερος χτυπήθηκε με πιστόλι.
Αλλού είδε κριτική για ένα ρεσιτάλ πιάνου, έπειτα κάτι για τη μόδα, τέλος την «Κοσμική Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθές παρά τω κυρίω και τη κυρία Μ. Τ. Χάρμα ευμορφιάς και κομψότητος η κυρία Β.Χ. με φόρεμα κομψότατο εμπριμέ και τοκ πολύ σικ. Ελεγκάντικη εμφάνισις η δεσποινίς O. Ν.».
Άναψε κι άλλο τσιγάρο. Έριξε μια ματιά στις «Μικρές Αγγελίες»:
ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευή αρίστη, εκ 4 δωματίων, χολ, κουζίνας, λουτρού πλήρους, W. C.
ΕΝOΙΚΙΑΖΕΤΑΙ σε σοβαρό κύριο δωμάτιο σε β΄ όροφο, ευάερο, ευήλιο…
ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο προς αγορά…
Σκέψεις γυρίζανε στο νου του.
Από τότε που τέλειωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η σκιά του τρίτου δεν είχε πάψει να βαραίνει πάνω στον κόσμο μας. Και στο μεταξύ, το αίμα χυνότανε, στην Κορέα χτες, στην Ινδοκίνα σήμερα, αύριο…
Πέρασε το χέρι του στα μαλλιά του. Σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπό του· είχε ιδρώσει, κι όμως δεν έκανε ζέστη.
O πόλεμος, η βόμβα υδρογόνου, οι αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, η «Κοσμική Κίνηση»… Το πανόραμα της ζωής!
Δεν είχε αλλάξει διόλου προς το καλύτερο η ζωή μας ύστερ' από τον πόλεμο. Όλα είναι τα ίδια σαν και πριν. Κι όμως είχε ελπίσει κι αυτός, όπως είχαν ελπίσει εκατομμύρια άνθρωποι σ' όλη τη γη, πως ύστερ' από τον πόλεμο, ύστερ' από τόσο αίμα που χύθηκε, κάτι θ' άλλαζε. Πως θα 'ρχόταν η ειρήνη, πως ο εφιάλτης του πολέμου δε θα ίσκιωνε πια τη γη μας, πως δε θα γίνονταν τώρα αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, πως…
Σουρούπωνε. Μερικά φώτα είχαν ανάψει κιόλας στα μαγαζιά αντίκρυ. Στο καφενείο δεν είχανε ανάψει ακόμα τα φώτα. Του άρεσε έτσι το ημίφως.
Σκέφτηκε τη σύγχυση που επικρατεί στον κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στον τομέα των ιδεών, σύγχυση στον κοινωνικό τομέα, σύγχυση…
Δεν έφταιγε η εφημερίδα που έκανε τώρα αυτές τις σκέψεις. Τα σκεφτότανε όλα αυτά τον τελευταίο καιρό, πότε με λιγότερη, πότε με περισσότερη ένταση. Σκεφτότανε το σκοτεινό πρόσωπο της ζωής. Την ειρήνη, τη βαθιά τούτη λαχτάρα, που κρέμεται από μια κλωστή. Σκεφτότανε τη φτώχεια, την αθλιότητα. Σκεφτότανε το φόβο που έχει μπει στις καρδιές.
Στον καθρέφτη, δίπλα του, είδε το πρόσωπό του. Ένα πολύ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δε μαρτυρούσε την ταραχή που είχε μέσα του.
Είχε πολεμήσει κι αυτός στον τελευταίο πόλεμο. Και είχε ελπίσει. Μα τώρα ήτανε πια χωρίς ελπίδα. Ναι, δε φοβότανε να το ομολογήσει στον εαυτό του πως ήτανε χωρίς ελπίδα.
Μια σειρά από διαψεύσεις ελπίδων ήταν η ζωή του. Είχε ελπίσει τότε… Είχε ελπίσει ύστερα…
Κάποτε, πριν από χρόνια, είχε ελπίσει στον κομμουνισμό. Μα είχε διαψευσθεί κι εκεί. Τώρα δεν είχε ελπίδα σε καμιά ιδεολογία!
Ζήτησε ένα ποτήρι νερό ακόμα. Αυτή η διάψευση από τις λογής λογής ιδεολογίες ήτανε βέβαια γενικό φαινόμενο. Και παραπάνω από τη διάψευση, η κούραση, η αδιαφορία, που οι πιο πολλοί, η μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστά στις διάφορες ιδεολογίες.
Κοίταζε τα τρόλεϊ που περνάγανε ολοένα στη λεωφόρο, το πλήθος… Μπροστά του, η εφημερίδα ανοιχτή. Όλα αυτά που είχε δει και πρωτύτερα: η σκιά του καινούριου πολέμου, η Ινδοκίνα, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, η «Κοσμική Κίνηση»…
– Τσιγάρα! ένας πλανόδιος μπήκε.
Πήρε ένα πακέτο.
Στις έξι σελίδες της εφημερίδας: η ζωή. Κι αυτός ήτανε τώρα ένας άνθρωπος που δεν έχει ελπίδα.
Θυμήθηκε, πριν από χρόνια, ήτανε παιδί ακόμα, είχε αρρωστήσει βαριά μια θεία του, ξαδέρφη της μητέρας του. Την είχανε σπίτι τους. Ήρθε ο γιατρός· βγαίνοντας από το δωμάτιο της άρρωστης, είπε με επίσημο ύφος:
– Δεν υπάρχει πλέον ελπίς!
Έτσι κι αυτός τώρα, είχε φτάσει στο σημείο να λέει:
– Δεν υπάρχει πλέον ελπίς!
Του φάνηκε φοβερό που ήτανε χωρίς ελπίδα. Είχε την αίσθηση πως οι άλλοι στο καφενείο τον κοιτάζανε κι άλλοι από το δρόμο σκέφτονταν και ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αυτός εκεί δεν έχει ελπίδα!» Σαν να ήταν έγκλημα αυτό. Σαν να είχε ένα σημάδι πάνω του που το μαρτυρούσε. Σαν να ήτανε γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους.
Σκέφτηκε τα διηγήματα που είχε γράψει, δίνοντας έτσι μια διέξοδο στην αγωνία του. Άγγιζε θέματα του καιρού μας: τον πόλεμο, την κοινωνική δυστυχία… Ωστόσο, δεν το αποφάσιζε να τα εκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε την ετικέτα που θα του δίνανε σίγουρα οι μεν και οι δε. Όχι, έπρεπε να τα βγάλει. Στο διάολο η ετικέτα! Αυτός ήταν ένας άνθρωπος, τίποτε άλλο. Oύτε αριστερός ούτε δεξιός. Ένας άνθρωπος που είχε ελπίσει άλλοτε, και τώρα δεν έχει ελπίδα, και που νιώθει χρέος του να το πει αυτό. Βέβαια, άλλοι θα 'χουν ελπίδα, σκέφτηκε. Δεν μπορεί παρά να 'χουν.
Ξανάριξε μια ματιά στην εφημερίδα: η Ινδοκίνα, η «Κοσμική Κίνησις», το ρεσιτάλ πιάνου, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, οι «Μικρές Αγγελίες»…
ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή…
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνο…
ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζιπ σε καλή κατάσταση…
ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπητας γνήσιος περσικός…
Έβγαλε την ατζέντα του, έκοψε ένα φύλλο κι έγραψε με το μολύβι του:
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ελπίς

Δραστηριότητα: Να διαβάσετε το παραπάνω διήγημα με το ποίημα του Κ. Καρυωτάκη «Είμαστε Κάτι» και να εντοπίσετε ομοιότητες σε επίπεδο περιεχομένου και ψυχικής διάθεσης.
















2ο Φύλλο εργασίας
Ποίημα 1
Γ. Σαραντάρης
Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει...

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,
σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού.

Σημαίνει πως φοβόμαστε
και η ζωή μάς έγινε ξένη,
ο θάνατος βραχνάς.

Ποίημα 2
Μίλτος Σαχτούρης (γεν. 1919)

Ἕνας μπαξές γεμάτος αἷμα
εἶν' ὁ οὐρανός

καί λίγο χιόνι
ἔσφιξα τά σκοινιά μου
πρέπει καί πάλι νά ἐλέγξω
τ' ἀστέρια
ἐγώ
κληρονόμος πουλιῶν
πρέπει
ἔστω καί μέ
σπασμένα φτερά1
νά πετάω.
(Τά φάσματα ἤ ἡ χαρά στόν ἄλλο δρόμο, 1958)



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο Πληροφοριακός Λόγος

Το κειμενικό είδος της επιστολής

Διαγνωστικό τεστ στη Γλώσσα Α΄ Λυκείου